<h2>Κωνσταντόπουλος Αναστάσιος</h2><p>Μαιευτήρας - Γυναικολόγος</p> <h2>Κωνσταντόπουλος Αναστάσιος</h2><p>Μαιευτήρας - Γυναικολόγος</p> Slideshow image
Previous Next
Υπογονιμότητα

 

Γυναικεία - Αντρική Υπογονιμότητα

Η προσέγγιση του προβλήματος της υπογονιμότητας πρέπει να γίνεται με τρόπο μεθοδικό και απαιτεί την άριστη σχέση και επικοινωνία ανάμεσα στο ζευγάρι και τον εξειδικευμένο γυναικολόγο, ο οποίος επιβάλλεται να ενημερώνει πλήρως και με ειλικρίνεια και τους δύο συντρόφους για το μέγεθος του προβλήματος, τους διαδέσιμους τρόπους αντιμετώπισης, και τις πιθανότητες επιτυχίας κάθε εφαρμοζόμενου μέσου. Το σημείο-κλειδί στην προσέγγιση αυτή αποτελεί η πλήρης εξατομίκευση κάθε περίπτωσης ώστε να αντιμετωπίζεται με τον πλέον κατάλληλο τρόπο για το συγκεκριμένο ζευγάρι. Για τον σχεδιασμό της προσέγγισης αυτής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, τα αποτελέσματα του ελέγχου για τα αίτια της υπογονιμότητας, η ηλικία των συντρόφων, η διάρκεια του προβλήματος, οι τυχόν προηγούμενες αποτυχημένες προσπάθειες υποβοήθησης της αναπαραγωγής και η ψυχολογία του ζευγαριού.

Ας δούμε αναλυτικά την αιτιολογική αντιμετώπιση ορισμένων κατάστασεων που οδηγούν σε υπογονιμότητα:

1.ζευγάρια όπου ο άνδρας παρουσιάζει σοβαρές διαταραχές στο σπέρμα (σοβαρή ολιγοσπερμία ή και ασθενοσπερμία): εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης

2.ζευγάρια όπου ο άνδρας παρουσιάζει αζωοσπερμία (απουσία σπερματοζωαρίων στο σπέρμα): εφόσον ο κλινικός και ενδοκρινολογικός έλεγχος του άνδρα υποδεικνύει την πιθανότητα ανεύρεσης σπερματοζωαρίων στους όρχεις ή την επιδιδυμίδα (σημείο συσσώρευσης σπερματοζωαρίων στο γεννητικό σύστημα του άνδρα) είναι δυνατή η λήψη τους με μικροχειρουργικό τρόπο και η εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης. Εφόσον τέτοια πιθανότητα αποκλείεται, ενδείκνυται η χρησιμοποίηση σπέρματος δότη που εισάγεται στην μήτρα της γυναίκας (ετερόλογος σπερματέγχυση)
 

3.ζευγάρια όπου ο άνδρας παρουσιάζει ήπια ή μέτρια διαταραχή στο σπέρμα του: εφαρμογή ομόλογης σπερματέγχυσης, δηλαδή εισαγωγή του σπέρματος έπειτα από κάτάλληλη επεξεργασία στην μήτρα της γυναίκας. Επί αποτυχίας 3-4 προσπαθειών σπερματέγχυσης, ενδείκνυται η εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης. Αν οι παραπάνω διαταραχές συνδέονται με την παρουσία κιρσοκήλης, η χειρουργική αντιμετώπισή της ίσως να επιφέρει κάποια βελτίωση σε απώτερο χρόνο.
 

4.ζευγάρια όπου η γυναίκα παρουσιάζει απόφραξη και των δύο σαλπίγγων: εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης. Αν οι σάλπιγγες εκτός από φραγμένες είναι και διατεταμένες, γεμάτες υγρό (υδροσάλπιγγες), συστήνεται η λαπαρασκοπική αφαίρεσή τους ή έστω σύγκλεισή τους (απολίνωση) πριν την εφαρμογή της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Αυτό γιατί τα αποτελέσματα της εξωσωματικής επηρεάζονται αρνητικά αν οι υδροσάλπιγγες παραμένουν στην πύελο της γυναίκας.
 

5.ζευγάρια όπου η γυναίκα παρουσιάζει διαταραχές της ωοθυλακιορρηξίας: συνιστάται η φαρμακευτική πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας υπό στενό παρακλινικό έλεγχο, η οποία συνδυάζεται με προγραμματισμένη σεξουαλική επαφή ή διενέργεια σπερματέγχυσης.

6.ζευγάρια όπου η γυναίκα παρουσιάζει κλινικά σημεία ενδομητρίωσης: ενδείκνυται η διαγνωστική ή/και επεμβατική λαπαροσκόπηση κατά την οποία αντιμετωπίζεται κατά το δυνατόν η πάθηση. Ακολούθως, ανάλογα με την περίπτωση συνιστάται η προσπάθεια φυσικής σύλληψης (έπειτα από συμπληρωματική φαρμακευτική αγωγή ή όχι), η υποβοήθηση με διενέργεια σπερματεγχύσεων ή η εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης
 

7.ζευγάρια όπου η γυναίκα παρουσιάζει ευμεγέθεις ενδομητρικούς πολύποδες, υποβλεννογόνια ινομυώματα ή διαφράγματα της μήτρας: συνιστάται η αντιμετώπισή τους με την τεχνική της υστεροσκόπησης. Ακολούθως, ανάλογα με την περίπτωση συνιστάται η προσπάθεια φυσικής σύλληψης ή η ταχύτερη εφαρμογή κάποιας μεθόδου υποβοήθησης. Η παρουσία των παραπάνω καταστάσεων ακόμα και αν δεν επηρεάζει την πιθανότητα σύλληψης, συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο αποβολών μετά την επίτευξη μιας εγκυμοσύνης.
 

8.ζευγάρια όπου ο πλήρης έλεγχος παραγόντων υπογονιμότητας δεν αποδεικνύει την παρουσία κάποιου συγκεκριμένου αιτίου (υπογονιμότητα ανεξήγητης αιτιολογίας): ενδείκνυται σε πρώτη φάση η διενέργεια σπερματεγχύσεων. Επειτα από 3-4 αποτυχημένες προσπάθειες θα πρέπει να προχωρήσουμε σε εφαρμογή εξωσωματικής γονιμοποίησης.
 


Θα πρέπει και πάλι να τονισθεί ότι η αντιμετώπιση κάθε ζευγαριού επιβάλλεται να είναι πλήρως εξατομικευμένη, δεδομένου ότι όχι μόνο μπορεί να συνυπάρχουν περισσότεροι από έναν παράγοντες υπογονιμότητας, αλλα και γιατί συγκεκριμένοι κοινωνικοί ή δημογραφικοί (πχ. ηλικία της γυναίκας) παράγοντες μπορεί να απαιτούν την τροποποίηση της αντιμετώπισης.